Παρασκευή 19 Ιουλ 2019
Για να μπορείτε να δείτε τα Private Picks Sistimatakias κάντε τώρα ΕΓΓΡΑΦΗ στην ιστοσελίδα μας !

Μαθήματα Αμερικανικου Baseball

Μαθήματα Αμερικανικου BaseballΑς πούμε τα πράγματα ως έχουν. Το Μπέιζμπολ είναι Αμερικανιά, και ότι είναι Αμερικανιά στην Ελλάδα δεν είναι αποδεκτό. Κακώς. Είναι ένα άθλημα που αν το μάθεις έχει το δικό του ενδιαφέρον και είναι συναρπαστικό. Στοιχηματικά, είναι αρκετά κερδοφόρο αν το παρακολουθήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε, πως έχει δύο σημεία, (άσο, διπλό) που σημαίνει πρακτικά πως γλιτώνουμε ένα σημείο.

Είναι ένα άθλημα δημοφιλές στην Αμερική και την ανατολική Ασία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μπέιζμπολ έχει ανακηρυχθεί "εθνικό χόμπι" και η προσέλευση κοινού στους σημαντικούς αγώνες πρωταθλήματος είναι περισσότερη από αυτή όλων των άλλων αμερικάνικων αθλημάτων συνολικά. Όσον αφορά όμως την τηλεθέαση, έχει ξεπεραστεί από τοποδόσφαιρο και τους αγώνες αυτοκινήτων.

Το μπέϊζμπoλ είναι πιθανά απόγονος του Cricket και/η του Rounders, αν και η προέλευση του παιχνιδιού είναι αβέβαιη. Στη συνηθισμένη μορφή του, το παιχνίδι του baseball παίζεται μεταξύ δύο ομάδων εννέα παικτών σε ένα γήπεδο αποτελούμενο από τέσσερις βάσεις, που τακτοποιούνται σαν ένα διαγώνιο τετράγωνο ("το διαμάντι") και μεγάλο outfield εκτεινόμενο από δύο παρακείμενες πλευρές του διαμαντιού.

TO ΓΗΠΕΔΟ

Το σημείο εκκίνησης του παιχνιδιού είναι η αρχική βάση (home plate), η οποία είναι ένα άσπρο λαστιχένιο πεντάγωνο μήκους δεκαεπτά ιντσών. Αριστερά και δεξιά από την home plate είναι δύο ειδικές περιοχές (batters boxes) όπου ξεκινάει η επίθεση το παιχνίδι της. Η home plate βρίσκεται στη μια άκρη ενός τετραγώνου πλευράς 90 ποδιών (περίπου 30 μέτρα). Οι άλλες τρεις γωνίες του τετραγώνου, στην αντίθετη προς τη φορά των δεικτών του ρολογιού κατάταξη από την home plate, καλούνται πρώτη βάση (first base), δεύτερη βάση (second base) και τρίτη βάση (third base). Πάνω σε κάθε βάση τοποθετείται ένα τετράγωνο"σακίδιο" πλευράς 30.5 εκατοστών.

Οι γραμμές από την home plate προς την πρώτη και την τρίτη βάση επεκτείνονται απείρως και καλούνται γραμμές του φάουλ(foul lines). Η περιοχή μεταξύ των γραμμών αυτών είναι η επιτρεπόμενη περιοχή (fair territory), όπου μπορεί να γίνει παιχνίδι, ενώ το υπόλοιπο του γηπέδου ονομάζεται μη επιτρεπόμενη περιοχή (foul territory). Η περιοχή κοντά στο τετράγωνο που διαμορφώνεται από τις βάσεις καλείται infield, ενώ η περιοχή έξω και πιο βαθιά στο γήπεδο ονομάζεται outfield. Τα περισσότερα γήπεδα μπέιζμπoλ οριοθετούνται με ένα φράχτη που χαρακτηρίζει την εξωτερική άκρη του outfield. Ο φράχτης βρίσκεται συνήθως σε μια απόσταση που κυμαίνεται από 300 έως 400 πόδια (90 έως 120 μ) από την home plate.

Στη μέση του τετραγώνου υπάρχει ένα χαμηλό ανάχωμα αποκαλούμενο λόφος του ρίπτη (pitcher's mound). Πάνω στο mound υπάρχει ένα λαστιχένιο πιάτο διαστάσεων έξι ιντσών (152 χιλ.) μήκους και δύο ποδιών (610 χιλ.) πλάτους, που βρίσκεται σε απόσταση ακριβώς εξήντα πόδια και έξι ίντσες (18.4 μ) από την home plate.

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Το παιχνίδι του μπέιζμπoλ παίζεται μεταξύ δύο ομάδων εννέα παικτών κάθε μία. Οι ομάδες αναλαμβάνουν εκ περιτροπής στο ρόπαλο και στην άμυνα. Στην αρχή του παιχνιδιού, η γηπεδούχος ομάδα είναι στην άμυνα και με τους εννέα παίκτες, ενώ οι παίκτες της φιλοξενούμενης ομάδας κτυπούν με το ρόπαλο, ένας κάθε φορά.









Κάθε φάση ξεκινάει με μια μονομαχία: του ρίπτη (pitcher - παίκτης της άμυνας) και του ροπαλοφόρου (batter - παίκτης της επίθεσης). Ο pitcher ρίχνει την μπάλα προς την home plate, όπου o αποδέκτης (catcher - παίκτης της άμυνας) περιμένει να την υποδεχτεί. Ο batter στέκεται σε μία από τις δύο ειδικές περιοχές (batters boxes) και προσπαθεί να χτυπήσει την μπάλα με το ρόπαλο (οι δεξιόχειρες στέκονται στο αριστερό batters box και οι αριστερόχειρες στο δεξιό). Σκοπός του catcher είναι να πιάσει όποια μπαλιά αποτύχει να κτυπήσει ο batter.

Ο pitcher προσπαθεί να περάσει την μπάλα με τεχνική και δύναμη πάνω από την αρχική βάση κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο batter να μην την χτυπήσει καλά ή να μην την χτυπήσει καθόλου! Ο στόχος του batter είναι να χτυπηθεί η μπάλα στη fair territory του γηπέδου (fair ball) έτσι ώστε οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας να μην μπορούν να την πιάσουν προτού να αγγίξει το έδαφος. Εάν το πετύχει αυτό, ο batter γίνεται δρομέας βάσεων (base runner) και πρέπει να τρέξει στην πρώτη βάση. Eαν η μπάλα πιαστεί προτού να αγγίξει το έδαφος, ο batter είναι έξω (out), χάνει δηλαδή την ευκαιρία να διεκδικήσει πόντο. Ένα χτύπημα λέγεται ψηλή μπαλιά (fly ball) εάν χτυπήθηκε με τρόπο που έδωσε τη ευκαιρία σε κάποιον αμυντικό (fielder) να την πιάσειστον αέρα στην κάθοδό της ή ευθύβολη μπαλιά (line drive) εάν χτυπήθηκε κατ' ευθείαν προς τον fielder.

Οι αμυντικοί πρέπει να πιάσουν την μπάλα γρήγορα και να να την πετάξουν στον αμυντικό της πρώτης βάσης σε μια προσπάθεια να βγάλουν το δρομέα έξω (out). Εάν η μπάλα πιαστεί από έναν αμυντικό που ακουμπάει τη βάση πριν ο δρομέας πατήσει τη βάση, τότε ο δρομέας είναι out. Επίσης είναι out αν η άμυνα τον ακουμπήσει με την μπάλα ενώ αυτός δεν ακουμπάει κάποια βάση.

Στόχος του δρομέα, είναι να προχωρήσει και να αγγίξει κάθε βάση κατά σειρά, συνήθως σε περισσότερες από μία προσπάθειες της επίθεσης και τελικά να φτάσει στην ξανά πίσω στην home plate. Η αμυνόμενη ομάδα, στο μεταξύ, προσπαθεί να ακουμπήσει οποιοδήποτε δρομέα με την μπάλα όταν δεν αγγίζει ο δρομέας κάποια βάση. Εάν γίνει αυτό, ο δρομέας είναι out και πρέπει να βγει από το γήπεδο. Αφού η αμυνόμενη ομάδα βγάλει out τρεις παίκτες της επιτιθέμενης, οι δυο ομάδες αλλάζουν θέση στο γήπεδο.

Οι βάσεις είναι θέσεις ασφαλείας και ένας δρομέας που ακουμπά σε μια βάση δεν μπορεί να βγει out (υπενθύμιση: πρέπει να τον ακουμπήσουν με την μπάλα). Επίσης μόνο ένας δρομέας μπορεί να καταλάβει μια βάση κάθε φορά. Εάν η πρώτη βάση είναι κατειλημμένη όταν ένας batter χτυπήσει την μπάλα, εκείνος ο δρομέας πρέπει να προωθηθεί στην επόμενη βάση υποχρεωτικά. Μπορεί και αυτός ο δρομέας να μετατοπίσει επόμενους δρομείς εάν οι επόμενες βάσεις είναι κατειλημμένες. Η αμυνόμενη ομάδα μπορεί να βγάλει ένα out εάν καταφέρει να πετάξει την μπάλα στην επόμενη βάση προτού να φθάσει σε αυτήν ένας τέτοιος δρομέας (που υποχρεούται να τρέξει από χτύπημα του συναδέλφου του). Αυτό είναι γνωστό ως υποχρεωτικό out(force out). Ένας δρομέας που αγγίζει επιτυχώς την home plate σκοράρει έναν πόντο (run). Σε ένα φραγμένο γήπεδο, ένα χτύπημα εντός της fair territory και πέρα από το φράχτη ονομάζεται home run και επιτρέπει στον batter και όλους τους δρομείς να περάσουν από όλες τις βάσεις και να σκοράρουν. Εάν και οι τρεις βάσεις είναι γεμάτες (bases loaded)και ο batter χτυπήσει home run ,το χτύπημα αυτό ονομάζεταιgrand slam και σημειώνονται 4 πόντοι (run). Η ομάδα με τα περισσότερα run στο τέλος του παιχνιδιού είναι η νικήτρια.

H ΑΜΥΝΟΜΕΝΗ ΟΜΑΔΑ

Η αμυνόμενη ομάδα έχει έναν pitcher, που στέκεται στο mound και έναν catcher, που κάθεται γονατιστός πίσω από την home plate. Υπάρχουν επίσης τέσσερεις infielders, που στέκονται στις άκρες του infield και τρεις outfielders που μοιράζονται στο outfield.

 

*Μπλε = 'Αμυνα

**Κόκκινοι = Επίθεση

***Πράσινοι = Διαιτητές

Ο pitcher πρέπει να κρατήσει το ένα πόδι σε επαφή με την κορυφή ή την άκρη του λαστιχένιου πιάτου κατά τη διάρκεια της ρίψης (pitch), έτσι ώστε να μην μπορεί να πάρει περισσότερα από ένα βήματα προς τα εμπρός κατά το πέταγμα της μπάλας. Εντούτοις, οι περισσότεροι επαγγελματίες pitcher ρίχνουν τη μπάλα με ταχύτητα περίπου ενενήντα μίλια ανά ώρα δηλαδή 144Km/h. Οι Pitchers επίσης βοηθάνε την άμυνά τους (fielders) όταν χρειάζεται.

Ο βασικός ρόλος του catcher είναι να υποδεχθεί το pitch εάν ο Batter δεν το χτυπήσει. Οι catchers είναι επίσης αρμόδιοι για την υπεράσπιση της περιοχής γύρω από την home plate. Μαζί με τον pitcher και τους προπονητές, ο catcher ρυθμίζει τη στρατηγική της ομάδας προτείνοντας διαφορετικά είδη pitch στον Pitcher και δίνοντας σήμα για κατάλληλη θέση άμυνας στους άλλους αμυντικούς.

Οι τέσσερις infielders είναι ο αμυντικός 1ης βάσης (first baseman), 2ης βάσης (second baseman), ενδιάμεσος(shortstop) και τρίτης βάσης (third baseman). Οι αμυντικοί πρώτης και τρίτης βάσης συνήθως παίζουν κοντά στις αντίστοιχες βάσεις τους. Ο second baseman και ο shortstop τοποθετούνται σε περίπου ίση απόσταση από τη δεύτερη βάση και παίζουν περισσότερο στα κενά ανάμεσα στις βάσεις. Συνεπώς ο ρόλος του second baseman και ιδιαίτερα του shortstop αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Παλιά, ο second baseman έπαιζε πολύ κοντά στη δεύτερη βάση, μέχρι που η θέση του shortstop εξελίχθηκε με την αλλαγή θέσης ενός αμυντικού ο οποίος προηγουμένως έπαιζε ως τέταρτος outfielder.

Ο ισχυρότερος hitter της ομάδας είναι συχνά ο first baseman. O ρόλος του first baseman είναι τις περισσότερες φορές να ακουμπά με το πόδι του στην πρώτη βάση, περιμένοντας να πιάσει τις μπαλιές του batter που οι άλλοι infielders ρίχνουν σε αυτόν έτσι ώστε να βγάλει out τον δρομέα. Ο second baseman καλύπτει την περιοχή δεξιά της δεύτερης βάσης καιβοηθά και τον first baseman. Ο shortstop καλύπτει το κρίσιμο κενό μεταξύ δεύτερης και τρίτης βάσης, όπου οι δεξιόχειρες hitters χτυπούν συνήθως τις groundballs. Ο shortstop πρέπει να είναι ευκίνητος και να καλύπτει επίσης τη δεύτερη ή τρίτη βάση και το ενδιάμεσο μέρος του left field (γνωστού ως short leftfield). Ο third baseman χρειάζεται να έχει πολύ δυνατό χέρι ώστε να μπορεί να πετάει γρήγορα τημπάλα στον first baseman μιας και η απόσταση είναι μεγαλύτερη απ' όλους τους άλλους infielders.

Οι τρεις outfielders καλούνται αριστερός (left fielder), κεντρικός (centerfielder) και δεξιός (right fielder) ανάλογα με το οπτικό πεδίο του catcher. O center fielder έχειπερισσότερο έδαφος να καλύψει από τους άλλους δύο outfielders, έτσι πρέπει να είναι πολύ γρήγορος και ευκίνητος και πρέπει να έχει πολύ δυνατό χέρι ώστε να μπορεί να ρίξει την μπάλα στο infield καικατά συνέπεια, οι ομάδες ρίχνουν αρκετό βάρος σε εκείνη την θέση. Επίσης, ο center fielder θεωρείται ηγέτης του outfield. Κάθε outfielder πρέπει να καλύπτεται από τους άλλους όταν προς τη δική του κατεύθυνση όταν προσπαθεί να πιάσει ένα χτύπημα.

        Ο PITCHER ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ BATTER



H επιτιθέμενη ομάδα στέλνει τους εννέα παίκτες της στην επίθεση με μια συγκεκριμένη σειρά που ονομάζεται lineup. Κάθε ομάδα ορίζει το lineup της στην αρχή του παιχνιδιού και μπορεί να το αλλάξει μόνο όταν κάνει κάποια αλλαγή παίκτη με αναπληρωματικό. Ένας παίκτης που μπαίνει ως αλλαγή στο γήπεδο παίρνει στο Lineup τη θέση του παίκτη που αντικατέστησε (εντούτοις δεν υποχρεούται να παίξει την ίδια θέση στην άμυνα). Αφότου έχει κτυπήσει ο ένατος batter, η σειρά γυρίζει αρχίζοντας με τον πρώτο batter του lineup.

Όταν ο Batter χτυπά μια fair ball (μέσα στο γήπεδο), πρέπει να τρέξει στην πρώτη βάση και μπορεί να συνεχίσει ή να σταματήσει σε οποιαδήποτε βάση αν δεν προλάβει κάποιος αμυντικός να τον βγάλει out. Ένα επιτυχές χτύπημα όπου ο batter σταματά στην πρώτη βάση είναι χτύπημα μιας βάσης, εάν σταματά στη δεύτερη βάση δύο βάσεων, στην τρίτη βάση τριών βάσεων. Εάν, αφού αγγίξει την πρώτη βάση, ο batter - base runner είναι out τρέχοντας, το χτύπημά του θεωρείται μιας, δύο ή τριών βάσεων ανάλογα με την τελευταία βάση που άγγιξε πριν βγει out. Ένα χτύπημα που επιτρέπει στο batter να σκοράρει είναι ένα home run, ανεξάρτητα από το εάν η μπάλα χτυπιέται έξω από τον φράχτη. Οι δρομείς μπορούν να προχωρήσουν, αλλά δεν υποχρεώνονται αν δεν κινδυνεύουν να βγουν force out. Μόλις o batter και οι τυχόν υπάρχοντες δρομείς σταματήσουν σε μια βάση ή βγουν out, έρχεται στην home plate o επόμενος batter. Αυτό συνεχίζεται έως ότου οι αντίπαλοι (άμυνα) καταφέρουν τρία outs, σημείο στο οποίο οι ομάδες αλλάζουν θέσεις.

INNING ΚΑΙ ΣΚΟΡΑΡΙΣΜΑ

Μια περίοδος (inning) τελειώνει όταν κάθε ομάδα έχει βρεθεί μια φορά στην άμυνα και μια στην επίθεση. Κάθε τρία outs έχουμε μισό inning. Ένα κανονικό παιχνίδι διαρκεί για εννέα innings, αν και σε μερικά πρωταθλήματα τα παιχνίδια διαρκούν επτά innings. Η ομάδα με τα περισσότερα runs (πόντους) στο τέλος του παιχνιδιού κερδίζει. Εάν η γηπεδούχος ομάδα (που χτυπά στο τέλος) προηγείται μετά από οκτώμισι innings, έχουμε το νικητή και το τελευταίο μισό inning δεν παίζεται.

Εάν και οι δύο ομάδες έχουν σημειώσει τον ίδιο αριθμό run στο τέλος ενός κανονικού παιχνιδιού, ένα πρόσθετο inning παίζεται στο παιχνίδι. Τότε παίζονται τόσα πρόσθετα innings έως ότου μια ομάδα έχει το προβάδισμα στο τέλος κάποιου inning. Κατά συνέπεια, η ομάδα που χτυπά στο δεύτερο half-inning έχει πάντα μια πιθανότητα να απαντήσει εάν η ομάδα που κτυπά στο πρώτο μισό σκοράρει. Αυτό δίνει στη γηπεδούχο ομάδα ένα μικρό τακτικό πλεονέκτημα.

Κατά συνέπεια, θεωρητικά, ένα παιχνίδι baseball θα μπορούσε να παίζεται για πάντα, στην πράξη εντούτοις όλα τελειώνουν. Στο αμερικάνικο πρωτάθλημα (major league) το πιo μεγάλο παιχνίδι που έχει παιχτεί ήταν 26-innings μεταξύ των Brooklyn Robins (τώρα αποκαλούμενων Low Angeles Dodgers) και των Boston Braves (τώρα στην Ατλάντα) στις 1 Μαΐου 1920 (το παιχνίδι τελείωσε με ισοπαλία 1-1 λόγω νύχτας).

Στη Major League, τα παιχνίδια τελειώνουν ισόπαλα μόνο επειδή οι καιρικές συνθήκες έχουν καταστήσει αδύνατο να συνεχιστεί το παιχνίδι. Ο άσχημος καιρός μπορεί επίσης να περιορίζει τα παιχνίδια, αλλά τουλάχιστον πέντε inning πρέπει να παιχτούν ώστε το παιχνίδι να θεωρείται επίσημο (τέσσερα και ένα half-inning εάν η γηπεδούχος ομάδα είναι μπροστά). Παλιότερα, το σκοτάδι και η απουσία επαρκούς φωτισμού προκάλεσαν περισσότερες ισοπαλίες και περιόριζαν τα παιχνίδια.

Στην Ιαπωνία, εάν το αποτέλεσμα παραμένει ισόπαλο μετά από 9 inning, μέχρι 3 πρόσθετα inning μπορούν να παιχτούν. Εάν το παιχνίδι παραμείνει ισόπαλο στο 12ο inning, το παιχνίδι τελειώνει ισόπαλο. Μερικά παιδικά ή ερασιτεχνικά πρωταθλήματα τελειώνουν ένα παιχνίδι νωρίς εάν μια ομάδα είναι μπροστά με 10 ή περισσότερα runs.

Η ΡΙΨΗ (PITCH)

 

Το pitching είναι η πιο σημαντική παράμετρος στο baseball. Στις στατιστικές του, για κάθε παιχνίδι, ένας pitcher θα χρεωθεί με τη νίκη του παιχνιδιού και ένας άλλος θα χρεωθεί με την ήττα. Εντούτοις, το pitching είναι επίσης σωματικά απαιτητικό, ειδικά εάν ο pitcher ρίχνει με τη μέγιστη προσπάθεια. Ένα πλήρες παιχνίδι περιλαμβάνει συνήθως 120-170 pitch που ρίχνονται από κάθε ομάδα και οι περισσότεροι pitchers αρχίζουν να κουράζονται προτού να φθάσουν σε αυτό το σημείο. Κατά συνέπεια, ο pitcher που αρχίζει ένα παιχνίδι συχνά δεν είναι αυτός που το τελειώνει, ενώ δεν μπορεί να παίξει κανονικά για μερικές ημέρες. Το πέταγμα μιας μπάλας του baseball σε υψηλή ταχύτητα είναι πολύ αφύσικο στο σώμα και κάπως καταστροφικό στους ανθρώπινους μυς, κατά συνέπεια οι pitchers είναι πολύ ευαίσθητοι σε τραυματισμούς, θλάσεις και γενικότερα πόνο.

Οι ομάδες έχουν επινοήσει δύο στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα: περιστροφή και εξειδίκευση. Για να προσαρμόσει το παιχνίδι σχεδόν κάθε ημέρας, μια ομάδα περιλάβει έναν αριθμό από pitchers που αρχίζει τα παιχνίδια και εναλλάσσονται μεταξύ τους, επιτρέποντας σε κάθε pitcher να ξεκουραστεί για μερικές ημέρες μεταξύ των αγώνων του. Επίσης, οι ομάδες πρέπει έχουν και άλλους pitcher που αντικαθιστούν αυτόν που ξεκινά τα παιχνίδια σε περίπτωση που κουραστεί ή αποδειχθεί αναποτελεσματικός. Αυτοί οι παίκτες καλούνται pitchers ανακούφισης ή ενδιάμεσοι (relief) ή συλλογικά Bullpen. Οι relief pitchers έχουν συχνά ακόμη και πιο εξειδικευμένος ρόλους και ο χρησιμοποιούμενος relief pitcher εξαρτάται από την κατάσταση. Πολλές ομάδες ορίζουν έναν pitcher ως τελευταίο (closer), ο οποίος χρησιμοποιείται στα τελευταία inning ενός παιχνιδιού όταν η ομάδα του έχει μικρό προβάδισμα, προκειμένου να διατηρήσει τη νίκη. Γενικά, οι pitcher ανακούφισης ρίχνουν λιγότερα inning και λιγότερα pitch από αυτούς που ξεκινούν το παιχνίδι, γι' αυτό μπορούν να είναι σε θέση να παίξουν συχνότερα χωρίς ανάγκη μεγάλης ξεκούρασης.

Ένας καλός pitcher ρίχνει πολλές ποικίλες διαφορετικές μπαλιές προκειμένου να δυσκολευτεί ο batter να χτυπήσει την μπάλα καλά. Το πιο βασικό pitch (ρίψη) είναι το fastball (γρήγορη), όπου ο pitcher ρίχνει την μπάλα όσο πιο δυνατά μπορεί. Μερικοί pitcher μπορούν να ρίξουν ένα fastball με ταχύτητα πάνω από 100 μίλια ανά ώρα (160 km/h)! 'Αλλοι τύποι pitch είναι το curveball (κάνει πλάγια καμπύλη), slider (γλιστράει στην τροχιά της), changeup (πέφτει γρήγορα στο τέλος), forkball(πέφτει με χαρακτηριστικό ρυθμό) και knuckleball (δεν έχει φάλτσα). Αυτά προορίζονται να έχουν ασυνήθιστη κίνηση ή να μπερδέψουν τον batter ως προς την περιστροφή ή την ταχύτητα της μπάλας, που καθιστά δυσκολότερο να την χτυπήσει. Πολύ λίγοι pitchers ρίχνουν όλες αυτές τις μπαλιές, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούν μερικές ή ένα μίγμα των βασικών τύπων. Μερικοί pitchers επίσης ρίχνουν τις μπαλιές τους από διαφορετικές γωνίες του αγκώνα, που κάνουν δυσκολότερο για τον batter να υπολογίσει την πορεία της μπάλας.

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

  Ο pitcher πρέπει να ρίξει την μπάλα έτσι ώστε να περάσει ακριβώς πάνω από την home plate και σε ύψος από τα γόνατα του batter μέχρι τις μασχάλες του. 'Αν το κάνει αυτό και ο batter δεν γυρίσει το ρόπαλό του (swing), ο batter χρεώνεται με μια αποτυχία (strike)'Αν οbatter γυρίσει το ρόπαλό του (swing) και δεν χτυπήσει την μπάλα χρεώνεται επίσης με ένα strike. 'Αν ο batter γυρίσει το ρόπαλό του (swing), κάνει επαφή με την μπάλα αλλά δεν την βάλει μέσα στο παιχνίδι (put in play) αλλά τη βγάλει αριστερά πίσω ή δεξιά του γηπέδου στις foul περιοχές (foul ball) χρεώνεται επίσης με ένα strike, εκτός από την περίπτωση που έχει ήδη δύο stikes. Μια foul μπαλιά με δύο υπάρχοντα stikes δεν λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά η άμυνα έχει το δικαίωμα να καταγράψει το out αν καταφέρει να πιάσει στον αέρα αυτή την αποτυχία του batter - όπου και να πάει η μπάλα. Στο τρίτο strike ο batter καλείται βγαίνει έξω και ειδικότερα ονομάζεται strikeout. Αν ο batter κάνει bunt έχοντας δυο strikes και η μπάλα βγει foul τότε καλείται out από strikes.

'Αν η ρίψη είναι έξω από το νοητό παράθυρο που προαναφέρθηκε, δηλαδή είναι έξω από την ζώνη του strike zone και ο batter δεν γυρίσει το ρόπαλό του, αμείβεται μέ ένα ball. Στο τέταρτο ball ο batter βραβεύεται με την πρώτη βάση. Αυτό σημαίνει walkή base on balls. Επίσης ένας batter βραβεύεται με την πρώτη βάση αν χτυπηθεί από ρίψη (hit by pitch) και δεν το κάνει επίτηδες. Οι δρομείς (runners) που είναι μπροστά από τοη batter δικαιούνται να προχωρήσουν αν οbatter τους μετατοπίσει. 'Ενα walk ή hit by pitch με γεμάτες βάσεις αυτόματα προκαλεί και σκοράρισμα ενός πόντου (run).

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ

Ένας δρομέας που έχει καταλάβει μια βάση δεν μπορεί να βγει out με τη μπάλα - είναι ασφαλής όταν αγγίζει την βάση. Οι δρομείς μπορούν να προσπαθήσουν να προωθηθούν από βάση σε βάση σε οποιαδήποτε στιγμή αλλά η καλύτερη στιγμή είναι όταν μια κανονική μπαλιά (fair ball) αγγίξει το έδαφος. Όταν μια μπάλα χτυπηθεί στον αέρα (fly ball) και πιαστεί από την αμυνόμενη ομάδα, οι δρομείς πρέπει να επιστρέψουν και να αγγίξουν τη βάση που καταλαμβάνουν αφού πιαστεί η μπάλα. Μόλις το κάνουν αυτό μόνο τότε μπορούν να προσπαθήσουν να προωθηθούν με κίνδυνο να βγουν out.

Οι δρομείς στις βάσεις μπορούν να προσπαθήσουν να προωθηθούν ενώ ο pitcher κάνει μια ρίψη. Ο catcher συχνά προσπαθεί να το αποτρέψει αυτό με το πέταγμα της μπάλας σε έναν από τους infielders προκειμένου να βγάλει out τον δρομέα, ακουμπώντας τον με την μπάλα. Αυτή η προσπάθεια είναι συνήθως (ανεπιτυχής να βγει out ο δρομέας) αλλά είναι αποτελεσματική στην κράτηση του δρομέα πιο κοντά στη βάση.

Εάν ο δρομέας βγει out προσπαθώντας να γυρίσει πίσω στη βάση, το out ονομάζεται pick-off. (σε ακριβή μετάφραση: τον τσίμπησαν). Εάν ο δρομέας προσπαθήσει να προωθηθεί στην επόμενη βάση αλλά βγει out πριν να φθάσει σε αυτή με ασφάλεια, τότε έχει βγει out caught stealing (δηλαδή πιάστηκε να κλέβει). Μια επιτυχής προσπάθεια από το δρομέα καλείται κλεμμένη βάση (stolen base). Εάν ένα pitch φύγει μακριά από τον catcher, οι δρομείς μπορούν επίσης να προσπαθήσουν να προωθηθούν, γιατί έχουν αποκτήσει τον χρόνο να το κάνουν από λάθος της άμυνας. Αυτό μπορεί να είναι μια κακή ρίψη (wild pitch) εάν o pitcher είναι ο υπεύθυνος του λάθους ή μια περασμένη μπαλιά (passed ball) εάν ο catcher έχει κάνει το λάθος.

Οι πρότυπες διαστάσεις ενός γηπέδου baseball, με 90 πόδια (27.4 μ) απόσταση μεταξύ των βάσεων, δημιουργούν πολλές οριακές φάσεις ανάμεσα στις βάσεις. Οι infielders που γρήγορα θα πιάσουν μια μπαλιά που αναπηδά στο έδαφος(groundball) αμέσως πετούν την μπάλα με δύναμη και ακρίβεια σε κάποια βάση βγάζοντας out το δρομέα που κινείται προς αυτή. Εντούτοις, οποιοσδήποτε δισταγμός ή λάθος του αμυντικού μπορεί να επιτρέψει στο δρομέα για να φθάσει στη βάση με ασφάλεια (safe).

ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΚΑΝΟΝΕΣ

Κάθε ομάδα μπορεί να αντικαταστήσει οποιονδήποτε παίκτη οποιαδήποτε στιγμή, αλλά κανένας παίκτης, που απομακρύνεται μια φορά από το παιχνίδι, δεν μπορεί να επιστρέψει. Είναι πολύ σύνηθες για έναν pitcher να παίζει σε κάποια innings και να αντικατασταθεί από έναν relief pitcher. Επίσης, επειδή το pitch είναι μια εξειδικευμένη ικανότητα, πολλοί pitcher δεν είναι καλοί hitters, έτσι είναι συνηθισμένο να αντικαθίσταται όταν είναι η ομάδα του στο ρόπαλο. Αυτό μπορεί να γίνει με την παρεμβολή ενός pinch hitter που αντικαθιστά τον pitcher για τη σειρά του στο ρόπαλο καιπου αντικαθίσταται στη συνέχεια από έναν relief pitcher όταν επιστρέφει η ομάδα στην άμυνα Στα περισσότερα πρωταθλήματα (και στη major league επίσης) επιτρέπεται ένας hitter (designated hitter ή DH), του οποίου μόνος σκοπός είναι να χτυπήσει όταν θα ήταν κανονικά η σειρά του pitcher. Ο designated hitter δεν παίζει στην άμυνα και μπορεί να παραμείνει στο παιχνίδι ανεξάρτητα από τις αλλαγές στους pitcher.

Πολλά ερασιτεχνικά πρωταθλήματα επιτρέπουν σε έναν αρχικό παίκτη που απομακρύνθηκε να επιστρέψει στο παιχνίδι στην ίδια θέση στο lineup σύμφωνα με τον κανόνα επανεισόδου. Σχεδόν σε όλα τα πρωταθλήματα ενηλίκων, οι παίκτες που έχουν αντικατασταθεί δεν μπορούν να επιστρέψουν μόλις αντικατασταθούν. Τα πρωταθλήματα νέων όμως επιτρέπουν συχνά την ελεύθερη και ανοικτή αντικατάσταση για να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των παικτών.

Ο όρος Pinch Hitter αναφέρεται επίσης γενικά σε οποιοδήποτε batter που δεν έχει εμφανιστεί προηγουμένως στο γήπεδο. Ομοίως, ένας pinch runner μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντικαταστήσει οποιοδήποτε δρομέα βάσεων.

*To Βaseball από την φύση του είναι ένα ιδιαίτερο άθλημα με πολλούς κανονισμούς. Ας δούμε έναν έναν κανονισμό ξεχωριστά τι σημαίνει. 

1-2-3 Inning: Με αυτή την ονομασία χαρακτηρίζεται ένα εύκολο inning, όπου η άμυνα βγάζει out τρεις επιθετικούς στη σειρά και επομένως επιστρέφει το ταχύτερο στην επίθεση.

1-9: Είναι οι αριθμοί που έχουν αποδοθεί σε κάθε θέση της άμυνας.

1 είναι ο PItcher, 2 o Catcher, 3 ο Παίκτης της Πρώτης βάσης, 4 ο Παίκτης της Δεύτερης βάσης, 5 ο Παίκτης της Τρίτης βάσης, 6 ο Short Stop, 7 ο Αριστερός Οπισθοφύλακας, 8 ο Κεντρικός Οπισθοφύλακας και 9 ο Δεξιός Οπισθοφύλακας.

A

ALCS: American League Championship Series.

Eίναι οι τελικοί της American League όπου ανακυρήσσεται ο Πρωταθλητής της Λίγκας. Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που κερδίζει πέντε από τα επτά παιχνίδια που μπορούν να διεξαχθούν το ανώτερο.

ALDS: American League Devision Series.

Είναι οι σειρές των αγώνων ανάμεσα στις τέσσερις ομάδες που πέρασαν στα Play Offs από την American League. Αυτές είναι οι τρεις ομάδες από τα Division (East, Central, West) και η μία ομάδα από την Wild Card. Νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που κερδίζει τρία από τα πέντε παιχνίδια που μπορούν να διεξαχθούν το ανώτερο.

American League: Είναι η μία από τις δύο Λίγκες που διεξάγονται ταυτόχρονα στην MLB. Ιδρύθηκε το 1901. Χαρακτηριστικό της -που την ξεχωρίζει από την National League- είναι ότι έχει δεχθεί την χρήση του Designated Hitter.

At Bat: Η εμφάνιση ενός επιθετικού στο ρόπαλο.

Average: Ο μέσος όρος των χτυπημάτων που έχει πετύχει ένα παίκτης στο ρόπαλο. Βρίσκεται διαιρώντας τα χτυπήματα (Hits) δια των At Bats.

B

Balk: Μία παράνομη κίνηση του pitcher που ως στόχο έχει να εξαπατήσει έναν δρομέα που ενδέχεται να θέλει να “κλέψει” μία βάση. Πολύ συχνά είναι ανεπαίσθητες κινήσεις του κορμού, που συνήθως λαμβάνουν την μορφή δισταγμού όταν ο Pitcher ετοιμάζεται να πάρει τη θέση του για να ρίξει το pitch. Η τιμωρία για το Balk είναι όλοι οι επιθετικοί να προχωρήσουν μία βάση. 

Ball: Είναι η άστοχη ρίψη (pitch) που κανει ο Pitcher, αποτυγχάνοντας να πετύχει το

Strike Zone. Αν στείλει τέσσερα ball τότε ο ροπαλιστής “περπατάει” ελεύθερα (walk) ως την πρώτη βάση χωρίς να έχει χτυπήσει τη μπάλα. Για να χαρακτηριστεί μία ρίψη ως “Ball” από τον διαιτητή θα πρέπει και ο ροπαλιστής να μην κάνει προσπάθεια να πετύχει τη μπάλα.

Base hit: Είναι το χτύπημα της μπάλας με το ρόπαλο όπου η μπάλα σκάει στο έδαφος σε τέτοιο σημείο του γηπέδου ώστε ο ροπαλιστής να έχει το χρόνο να φτάσει τουλάχιστον μέχρι την πρώτη βάση με ασφάλεια.

Baseball: Στα αγγλικά εκτός από το παιχνίδι αυτό καθ’ ευατό, αναφέρεται έτσι και η μπάλα του παιχνιδιού. Aποτελείται από έναν καουτσουκένιο πυρήνα στον οποία τυλίγονται από ειδικά μηχανήματα μάλλινοι σπάγγοι τριών διαμετρημάτων (από τον χονδρότερο στον λεπτότερο) ενώ τέλος ράβονται με κόκκινη κλωστή δύο λευκά δερμάτινα τμήματα. Το βάρος της μπάλας είναι 80 γραμμάρια.

Bases: Είναι οι Βάσεις του παιχνιδιού που βρίσκονται στις τέσσερις γωνίες του εσωτερικού ρόμβου που σχηματίζεται στη μία πλευρά του γηπέδου. Οι τρεις από αυτές τις βάσεις είναι ένα τετράγωνο μαξιλάρι με επικάλυψη σκληρού λευκού πλαστικού, ενώ η μία (το Home Plate) είναι μία πλαστική πλάκα φυτεμένη στο χώμα εκεί όπου στέκεται ο ροπαλιστής. Όταν ένας επιθετικός καταφέρει να κατακτήσει και τις τέσσερις βάσεις, επιστρέφοντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησε (στο Home Plate) τότε έχει σημειώσει ένα run (πόντο).

Bat: Είναι το ρόπαλο του παιχνιδιού. Κατασκευάζεται από δύο υλικά: Από ξύλο (που χρησιμοποιείται από επαγγελματίες) και από αλουμίνιο (που χρησιμοποιείται από ερασιτέχνες). Τα ξύλινα ρόπαλα συνήθως έχουν μόνο μέτρηση μήκους καθώς το βάρος προέρχεται από το ίδιο το υλικό. Επίσης υπάρχουν και ξύλινα ρόπαλα κατασκευασμένα από έναν συνδυασμό μοντέρνων υλικών ξύλου, όμως η χρήση τους απαγορεύεται στους αγώνες, καθώς το ρόπαλο θα πρέπει να είναι κατασκευασμένο από ένα και μόνο κομμάτι ξύλου.

Τα αλουμινένια ρόπαλα έχουν δύο μετρήσεις, εκείνη του μήκους και εκείνη του βάρους. Συνήθως αναφέρονται σε ίντσες και λίβρες. Για τους ενήλικες τα μήκη κυμαίνονται από 30 ιντσες μέχρι 34 και το βάρος από 26 μέχρι 31 λίβρες. Ο συνδυασμός των δύο αριθμών δίνει και τον τύπο του ροπάλου. Δηλαδή: Αν ένα ρόπαλο έχει μήκος 33 ιντσών και βάρος 30 λιβρών τότε είναι -3. Αν είναι 29 λιβρών είναι -4 και άρα ελαφρύτερο. Αν τώρα είναι 32 ιντσών και 27 λιβρών είναι -5 και άρα πολύ ελαφρύ και πιο κοντό.

Batting Gloves: Είναι τα προστατευτικά γάντια που φορούν οι ροπαλιστές όταν χτυπούν με το ρόπαλο.

Batter: Είναι ο ροπαλιστής.

Batter’s Box: Είναι το ορθογώνιο που είναι σχεδιασμένο με λευκή γραμμή στα δεξιά και αριστερά του Home Plate. Εκεί πρέπει να σταθεί ο ροπαλιστής και να έχει και τα δυο του πόδια μέσα σε αυτό για να δεχθεί ρίψη από τον Pitcher. Αν τα πόδια του πατάνε έξω, η ρίξη χαρακτηρίζεται strike ασχέτως αν ήταν εύστοχη ή όχι.

Battery: Αναφερόμαστε με αυτό τον όρο ο Pitcher και ο Catcher μαζί, καθώς είναι οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της αμυντικής διάταξης κάθε ομάδας. 

Blupper: Έτσι χαρακτηρίζεται ένα hit που προήλθε από το αδύναμο αλλά περιέργως τυχερό χτύπημα της μπάλας από το ρόπαλο, που έχει ως αποτέλεσμα η μπάλα να πάρει μία ψηλή τροχιά να περάσει πάνω από τους infielders και να σκάσει μπροστά από τους outfielders στο λεγόμενο no mans’ land.

Bull Pen: Είναι ο χώρος στον οποίο προθερμαίνονται οι αναπληρωματικοί pitchers, ενώ την ίδια στιγμή με τον ίδιο όρο ονομάζονται και όλοι μαζί οι αναπληρωματικοί pitchers. Από που προήλθε ο όρος είναι άγνωστο. Μια θεωρία πάντως θέλει με τον όρο Bullpen να χαρακτηρίζονται τα κάγκελα στα οποία μαντρώνονται τα βοοειδή πριν οδηγηθούν στη σφαγή.

Bunt: Είναι το ελαφρύ χτύπημα της μπάλας με το ρόπαλο, χωρίς να στοχέυει ο ροπαλιστής να διώξει τη μπάλα μακριά, αλλά αντιθέτως να την τοποθετήσει κάπου ανάμεσα στον pitcher και τον catcher. Στόχος αυτού του χτυπήματος είναι η άμυνα να αναγκαστεί να ασχοληθεί με τον ροπαλιστή που τρέχει προς την πρώτη βάση κι έτσι να βρουν το χρόνο άλλοι δρομείς να προωθηθούν προς την επόμενη βάση. Ακριβώς λόγω του ότι με αυτό το χτύπημα ο ροπαλιστής στην ουσία θυσιάζεται για να προχωρήσουν οι συμπαίκτες του, το bunt πολύ συχνά αναφέρεται και ως sacrifice bunt.

C

Cage: Με αυτό τον όρο χαρακτηρίζονται οι χώροι προπόνησης των ροπαλιστών που περιβάλλονται από δύχτια, σχηματίζοντας έτσι ένα κλουβί.

Cap: Έτσι λέγεται το καπέλο που φορούν όλοι οι παίκτες (και οι οπαδοί) του Baseball.

Catch: Είναι το πιάσιμο της μπάλας από οποιοδήποτε παίκτη με το ειδικό γάντι του Baseball.

Catcher: Είναι ο παίκτης με τα πολλά προστατευτικά που παίρνει θέση απέναντι από τον pitcher, πίσω και πολύ κοντά στον ροπαλιστή. Φοράει ειδική μεταλλική μάσκα, θώρακα και περικνυμίδες, ενώ το γάντι του είναι πολύ χοντρό προκειμένου να απορροφά τις πολύ δυνατές ρίψεις που κάνουν οι pitchers. Είναι ιδιαίτερα σημαντικός παίκτης καθώς είναι ο μόνος που κοιτάζει προς τους άλλους 8 συμπαίκτες του γι’ αυτό και συνήθως μεταφέρει οδηγίες των προπονητών προς την υπόλοιπη ομάδα. Έχει ως συντόμευση το γράμμα C.

Change up: Ειδικός τύπος ρίψης (pitch) κατά την οποία ο pitcher βάζει όλη του τη δύναμη, κάνοντας τον ροπαλιστή να νομίσει ότι το pitch θα είναι πολύ γρήγορο, ενώ στην πραγματικότητα λόγω της ειδικής λαβής χάνει δύναμη και είναι πολύ αργό. Συχνά αναφέρεται και ως Circle Change Up καθώς ο δείκτης και ο αντίχειρας σχηματίζουν έναν κύκλο.

Cycle: Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στην πρόταση Hit for the Cycle, περιγράφοντας την πολύ καλή απόδοση ενός παίκτη ο οποίος σε ένα παιχνίδι έχει καταφέρει να κάνει ένα χτύπημα μίας βάσης, ένα χτύπημα δύο βάσεων, ένα χτύπημα τριών βάσεων και ένα Homerun. Η σειρά που θα επιτευχθούν τα χτυπήματα δεν έχει σημασία.

Clean - up Hitter: Έτσι αναφέρεται ο τέταρτος παίκτης του Line Up, ο οποίος θεωρείται πολύ καλός στο ρόπαλο και αναμένεται με το χτύπημά του να αδειάσει τις βάσεις που θα έχουν γεμίσει οι τρεις που προηγούνται απ’ αυτόν. Επίσης ως second 

Clean-up αναφέρεται ο όγδοος παίκτης για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Cleats: Ονομάζονται οι τάπες των παπουτσιών του Baseball, οι οποίες δεν διέπονται από κανόνες (όπως στο ποδόσφαιρο) κι έτσι μπορούν να είναι μεταλλικές λάμες που είναι πιο αποδοτικές στο χώμα και στο γρασίδι, ενώ συνήθως στα προπονητικά παπούτσια μπορεί να είναι και πλαστικές.

Complete Game: Έτσι ονομάζεται ένα παιχνίδι στο οποίο ο pitcher εκκίνησης έριξε τη μπάλα και στα 9 innings. Συνήθως complete game κάνουν οι pitchers όταν η ομάδα τους κερδίζει και η άμυνα έχει καταφέρει να κρατήσει το σκορ σε πολύ χαμηλά επίπεδα (ενδεχομένως και στο μηδέν). Όσο χαμηλότερο είναι το σκορ τόσο λιγότερα pitcher έχει ρίξει ο pitcher. Συνήθως οι pitchers πετούν μεταξύ 90 και 110 pitch σε μία εμφάνιση.

Count: Πρόκειται για την μέτρηση των balls και των strikes που έχει ένας ροπαλιστής όταν βρίσκεται στο ρόπαλο. Πάντα πρώτα αναφέρονται τα balls και μετά τα strikes.

Curveball: Είναι το pitch κατά το οποίο η μπάλα δεν έχει πολύ δύναμη και λόγω των ανάποδων περιστροφών που της δίνει ο pitcher, σχηματίζει μία καμπύλη τροχιά από πάνω προς τα κάτω με στόχο να εξαπατηθεί ο ροπαλιστής. Πολύ συχνά όταν η καμπύλη είναι μεγάλη αναφέρεται ως “Twelve to six” δηλαδή η μπάλα ανεβαίνει στο ζενίθ, δηλαδή στο σημείο 12 του ρολογιού και πέφτει στο 6.

Cut Off: Έτσι ονομάζεται ο αμυντικός παίκτης που παίρνει θέση ανάμεσα σε δύο συμπαίκτες του που έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, προκειμένου να υποδεχθεί μία πάσα από το βάθος του γηπέδου και να την στείλει στον τελικό της προορισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση όπου ο Left Fielder έχει φτάσει σχεδόν στην άκρη του γηπέδου και ένας δρομέας ετοιμάζεται να κατευθυνθεί προς το Home Plate για να σκοράρει. Ο Left Fielder λοιπόν στέλνει πάσα στην Cut- Off (συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο Short Stop) και εκείνος τη στέλνει στον Catcher, ώστε να βγει out ο δρομέας πριν σκοράρει.

D

Diamond: Συνήθης ονομασία του Infield -του ρόμβου δηλαδή που σχηματίζεται στη μία πλευρά του γηπέδου από τις τέσσερις βάσεις- καθώς μοιάζει με διαμάντι. Στην πραγματικότητα είναι ένα τετράγωνο με την κάθε βάση να απέχει από την άλλη 90 πόδια, ή 27,4 μέτρα, ενώ στη μέση βρίσκεται το mount του pitcher το οποίο απέχει 60 πόδια και 6 ίντσες ή 18,39 μέτρα από κάθε βάση. 

Dive: Ονομάζεται η βουτιά που κάνουν οι αμυντικοί παίκτες προκειμένου να πιάσουν στον αέρα με το γάντι τους μία δύσκολη μπαλιά, την οποία διαφορετικά δεν θα έπιαναν.

Dead Ball: Ως “νεκρή μπάλα” ονομάζεται η στιγμή κατά την οποία το παιχνίδι έχει διακοπεί και στους δρομείς απαγορεύεται να τρέξουν. Οι κυριότερες στιγμές όπου έχουμε dead ball είναι όταν ένα χτύπημα έχει κριθεί ότι είναι Foul ή όταν ο διαιτητής έχει καλέσει Time out.

Essential SSL